ΠΑΘΗΣΕΙΣ KATΩΤΕΡΟΥ ΠΕΠΤΙΚΟΥ

Το κατώτερο πεπτικό σύστημα περιλαμβάνει το λεπτό έντερο μετά το σύνδεσμο του Treitz στο δωδεκαδάκτυλο και το παχύ έντερο. Οι παθήσεις του κατώτερου πεπτικού είναι πολύ συχνές. Είτε οργανικές ή λειτουργικές, όπως το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου, μπορεί να προκαλούν σημαντικά συμπτώματα και να επηρεάζουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΕΥΕΡΕΘΙΣΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ (ΣΕΕ)

To ΣΕΕ είναι μια λειτουργική διαταραχή του γαστρεντερικού συστήματος η οποία χαρακτηρίζεται από χρόνιο κοιλιακό άλγος και διαταραχή των κενώσεων. Είναι μια πολύ συχνή και καλοήθης κατάσταση που οδηγεί όμως συχνά σε επισκέψεις στο γαστρεντερολόγο και μπορεί να ταλαιπωρεί τους ασθενείς για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα. Η λέξη σύνδρομο σημαίνει μια ομάδα από συμπτώματα.

Δεν έχει ανευρεθεί σαφής αιτία που να προκαλεί το ΣΕΕ. Το ΣΕΕ είναι λειτουργική διαταραχή και βασικό ρόλο στην παθοφυσιολογία της πάθησης φαίνεται να διαδραματίζει μια διαταραχή της επικοινωνίας (νευρο-ορμονική) ανάμεσα στο έντερο και τον εγκέφαλο. Το αποτέλεσμα είναι φυσιολογικά ερεθίσματα, όπως είναι η διάταση του εντέρου από τον αέρα να προκαλούν παράδοξη αίσθηση πόνου. Παράλληλα, διαταράσσεται και ο συντονισμός της δραστηριότητας των μυών του εντέρου με αποτέλεσμα να έχουμε διαταραχή στις κενώσεις (διάρροια, δυσκοιλιότητα ή εναλλαγές).

Το συναισθηματικός στρες δεν προκαλεί από μόνο του ΣΕΕ. Ωστόσο, εάν έχετε διαγνωστεί ήδη με ΣΕΕ, το στρες μπορεί να επιδεινώσει τα συμπτώματα. Υπάρχουν διάφοροι άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν τα συμπτώματα όπως το φαγητό, η άσκηση και οι ορμόνες.

Τα συνηθέστερα συμπτώματα που σχετίζονται με την ύπαρξη ΣΕΕ είναι τα εξής:

• Χρόνιο κοιλιακό άλγος. Η θέση που εντοπίζεται, η ένταση και ο χαρακτήρας του άλγους ποικίλουν. Το άλγος μπορεί να επηρεάζεται από τις κενώσεις, τα γεύματα και το στρες
• Διαταραχή των κενώσεων (διάρροια, δυσκοιλιότητα, εναλλαγές των κενώσεων)
• Άμεση ανάγκη (έπειξη) για αφόδευση και αίσθημα ατελούς κένωσης
• Βλέννα στα κόπρανα
• Μετεωρισμός

Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ασθενείς έχουν χρόνια συμπτώματα με ένταση η οποία μπορεί να ποικίλλει. Σε ένα μικρό ποσοστό τα συμπτώματα μπορεί να χειροτερέψουν στην πορεία του χρόνου. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων και με κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση και αντιμετώπιση τα συμπτώματα θα παραμείνουν ίδια ή θα βελτιωθούν.

Η διάγνωση του ΣΕΕ βασίζεται στο ιστορικό και την κλινική εξέταση. Υπάρχουν κλινικά κριτήρια που βοηθούν στο χαρακτηρισμό του τύπου του ΣΕΕ που έχει ο ασθενής. Ωστόσο, το ΣΕΕ είναι διάγνωση εξ αποκλεισμού και πρέπει να γίνουν κάποιες απαραίτητες εργαστηριακές εξετάσεις που συστήνονται από τον εξειδικευμένο ιατρό για να αποκλειστούν όλες οι άλλες πιθανές διαγνώσεις.

H θεραπεία στο ΣΕΕ κατευθύνεται από τα συμπτώματα. Σε ασθενείς με ήπια συμπτώματα ενδέχεται να επαρκούν αλλαγές στον τρόπο ζωής και στη διατροφή.
Σε ασθενείς με εντονότερα συμπτώματα ή με ηπιότερα συμπτώματα που δεν ανταποκρίνονται στα παραπάνω μέτρα συνιστάται η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής (όπως σπασμολυτικά σε κοιλιακό άλγος, αντιδιαρροϊκά σε διάρροια κ.λ.π.). Σε πολλές περιπτώσεις ανθεκτικού ΣΕΕ μπορούν να εξεταστούν εναλλακτικές θεραπείες όπως είναι η συμπεριφορική θεραπεία (σε συνεργασία με ψυχολόγο), η υπνοθεραπεία και ο βελονισμός, μεταξύ άλλων. Σε κάθε περίπτωση ΣΕΕ είναι σημαντικό να καθιερωθεί μια σχέση εμπιστοσύνης ασθενή-ιατρού και να υπάρχει εκπαίδευση, καθησυχασμός και συνεχιζόμενη φροντίδα.

ΔΥΣΚΟΙΛΙΟΤΗΤΑ

Οι άνθρωποι συχνά εννοούν διαφορετικά πράγματα όταν μιλάνε για δυσκοιλιότητα. Σύμφωνα με τα κριτήρια της Ρώμης IV για τη χρόνια ιδιοπαθή (φυσιολογικής διάβασης ή λειτουργική) δυσκοιλιότητα, δυσκοιλιότητα έχουμε όταν πληρούνται δύο εκ των παρακάτω κριτηρίων:

  • Δυσκολία στην αφόδευση (straining)
  • Σκληρά, οζόμορφα κόπρανα
  • Αίσθημα ατελούς εκκένωσης
  • Χρήση δακτύλου για υποβοήθηση της εκκένωσης
  • Αίσθημα απόφραξης
  • Αληθής απόφραξη (σε ποσοστό <25% των εκκενώσεων)
  • Μειωμένη συχνότητα κενώσεων (<3 κενώσεις την εβδομάδα)

 

H δυσκοιλιότητα μπορεί να είναι πρωτοπαθής (ιδιοπαθής) ή δευτεροπαθής. Στην πρωτοπαθή δεν αναγνωρίζεται σαφής αιτία και μπορεί να είναι φυσιολογικής ή βραδείας διάβασης. Επίσης, στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται οι διαταραχές εκκένωσης (δυσσυνέργεια).

Η δευτεροπαθής δυσκοιλιότητα μπορεί να οφείλεται σε ποικίλα αίτια, με τα πιο συχνά να περιλαμβάνουν:
• Νευρογενείς διαταραχές, όπως βλάβη ή τραυματισμό των νεύρων της σπονδυλικής στήλης, σκλήρυνση κατά πλάκας και νόσο Parkinson
• Ενδοκρινικές διαταραχές (όπως ΣΔ)
• Ψυχιατρικές διαταραχές (όπως νευρική ανορεξία)
• Αποφρακτικές βλάβες στο έντερο
• Φάρμακα (οπιοειδή, αντιχολινεργικά, φάρμακα που περιέχουν σίδηρο ή αλουμίνιο, αναστολείς διαύλων ασβεστίου, ανταγωνιστές 5ΗΤ3)

Η διαγνωστική προσέγγιση της δυσκοιλιότητας ξεκινάει από τα συμπτώματα και την κλινική εξέταση. Ενδέχεται να χρειαστεί δακτυλική εξέταση από το ορθό για να αποκλειστούν ανατομικές ανωμαλίες και να εκτιμηθεί ο τόνος του σφιγκτήρα του πρωκτού.

Η περαιτέρω διαγνωστική προσέγγιση της δυσκοιλιότητας μπορεί να περιλαμβάνει:
• Eξετάσεις κοπράνων
• Eνδοσκόπηση (σιγμοειδοσκόπηση, κολονοσκόπηση)
• Κάποιου είδους απεικόνιση (όπως αξονική τομογραφία)
• Εργαστηριακό έλεγχο (όπως γενική αίματος, γλυκόζη, ασβέστιο, θυρεοειδικές ορμόνες)
• Έλεγχο για δυσσυνεργική εκκένωση (έλεγχο αποβολής μπαλονιού, μανομετρία ορθού, αφοδευσιογράφημα)

ΕΝΔΕΙΞΗ ΓΙΑ ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΞΕΤΑΣΗ

Συνήθως οι ασθενείς πάνε στον ιατρό όταν αισθάνονται ότι η δυσκοιλιότητα επηρεάζει το επίπεδο ζωής τους ή όταν ανησυχούν πως μπορεί να κρύβεται κάτι σοβαρό από πίσω. Ωστόσο, υπάρχουν και ιατρικοί λόγοι για τους οποίους πρέπει να αναζητείται ιατρική εκτίμηση σε ασθενείς με δυσκοιλιότητα:

  • Όταν είναι πρόσφατης έναρξης δυσκοιλιότητα (δηλαδή αλλαγή στο σύνηθες πρότυπο κενώσεων)
  • Όταν διαρκεί πάνω από 3 εβδομάδες
  • Όταν είναι σοβαρή και προκαλεί έντονη ενόχληση
  •  Όταν ο ασθενής δεν αποβάλει κόπρανα και αέρια
  • Όταν συνυπάρχουν ανησυχητικά συμπτώματα όπως αίμα στο χαρτί της τουαλέτας, απώλεια βάρους, πυρετός ή αδυναμία.

Η πρώτη γραμμής αντιμετώπισης συνιστάται σε αλλαγή του τρόπου ζωής. Γενικά μέτρα περιλαμβάνουν:

• Να διατηρείται μια ρουτίνα όσον αφορά τις κενώσεις και να μην αναβάλλονται οι κενώσεις εάν είναι εφικτό
• Να μη κάθεται ο ασθενής πολύ ώρα στην τουαλέτα
• Να καταναλώνονται άφθονες φυτικές ίνες. Η γενική σύσταση είναι για καθημερινή λήψη τουλάχιστον 20-35 γραμμάρια φυτικών ινών
• Να καταναλώνονται άφθονα υγρά
• Να αποφεύγεται η καθιστική ζωή και να αυξάνεται η σωματική δραστηριότητα

Εάν τα παραπάνω γενικά μέτρα δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της δυσκοιλιότητας τότε ο ιατρός σας ενδέχεται να σας χορηγήσει κάποιο φαρμακευτικό συμπλήρωμα ή βοήθημα. Τέτοια περιλαμβάνουν:

• Συμπληρώματα φυτικών ινών
• Μαλακτικά κοπράνων
• Καθαρτικά φάρμακα με ποικίλο τρόπο δράσης (ωσμωτικό, διεγερτικό)
• Προκινητικά ή άλλα φάρμακα που αυξάνουν την κινητικότητα του πεπτικού σωλήνα

Επειδή όλα τα παραπάνω φάρμακα έχουν συγκεκριμένες ενδείξεις και παρενέργειες θα πρέπει να χορηγούνται μόνο κατόπιν κλινικής εκτίμησης από το θεράποντα ιατρό.

 

ΠΟΛΥΠΟΔΕΣ ΠΑΧΕΟΣ ΕΝΤΕΡΟΥ

Οι πολύποδες του παχέος εντέρου είναι συνήθως καλοήθεις όγκοι που προέρχονται από το τοίχωμα του εντέρου και προβάλλουν προς το εσωτερικό του (αυλός). Στους πολύποδες του εντέρου τα κύτταρα έχουν υποστεί αυξημένο πολλαπλασιασμό (υπερπλασία) ενώ σε κάποιες περιπτώσεις έχει διαταραχθεί και η αρχιτεκτονική τους (δυσπλασία/νεοπλασία).

Οι πολύποδες είναι συχνά ευρήματα στις κολονοσκοπήσεις και η επίπτωσή τους αυξάνεται με την ηλικία.

Εκτιμάται ότι έως και το 40% των ατόμων άνω των 50 ετών μπορεί να έχουν πολύποδες στο έντερο.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι πολυπόδων, όπως είναι οι αδενωματώδεις, οι οδοντωτοί, οι αμαρτωματώδεις και οι φλεγμονώδεις. Με βάση την πιθανότητα να εξελιχθούν σε καρκίνο οι πολύποδες ταξινομούνται σε νεοπλασματικούς και μη νεοπλασματικούς.

Οι φλεγμονώδεις και οι υπερπλαστικοί πολύποδες (υπο-κατηγορία των οδοντωτών πολυπόδων) είναι καλοήθεις και δεν εξελίσσονται σε καρκίνο. Περίπου το 75% των καρκίνων του παχέος εντέρου προέρχονται από αδενωματώδεις πολύποδες, όμως μόνο το 5% των αδενωμάτων έχουν υποστεί κακοήθη εξαλλαγή τη στιγμή που ανευρίσκονται και αφαιρούνται.

H ιστολογία και το μέγεθος του πολύποδα είναι σημαντικοί παράγοντες που δείχνουν εάν κάποιος πολύποδας έχει δυναμική να μετατραπεί σε καρκίνο.

Οι πιο γνωστοί παράγοντες κινδύνου για ανάπτυξη πολυπόδων παχέος εντέρου περιλαμβάνουν τους ακόλουθους:

• προχωρημένη ηλικία
• κάπνισμα
• κατάχρηση αλκοόλ
• διατροφή πλούσια σε λιπαρά και φτωχή σε φυτικές ίνες
• έλλειψη φυσικής δραστηριότητας
• παχυσαρκία
• συγκεκριμένα γενετικά σύνδρομα

 

Οι περισσότεροι πολύποδες δεν δίνουν συμπτώματα. Αυτό συμβαίνει και με δυνητικά κακοήθεις πολύποδες σε πρώιμο στάδιο (προτού δηλαδή εξελιχθούν σε διηθητικό καρκίνο). Tο γεγονός αυτό υποδεικνύει τη σημασία του να γίνεται σωστός προσυμπτωματικός (προληπτικός) έλεγχος. Όταν οι πολύποδες προκαλέσουν συμπτώματα, αυτά συχνότερα περιλαμβάνουν απώλεια αίματος από το ορθό, αλλαγή στις κενώσεις, έλλειψη σιδήρου ή/και σχετιζόμενη αναιμία.

H βασική εξέταση για τη διάγνωση των πολυπόδων του παχέος εντέρου είναι η κολονοσκόπηση. Ενώ τελευταία χρησιμοποιούνται και άλλες μέθοδοι, όπως η αξονική τομογραφία και η ενδοσκοπική κάψουλα, η κολονοσκόπηση παραμένει η καλύτερη εξέταση γιατί προσφέρει α) αυξημένη ευαισθησία στην εντόπιση ακόμα και μικρών πολυπόδων β) τη δυνατότητα λήψης βιοψιών σε αμφίβολες καταστάσεις γ) τη δυνατότητα αφαίρεσης πολυπόδων στον ίδιο χρόνο. Τα κιτ προσυμπτωματικού ελέγχου (έλεγχος λανθάνουσας απώλειας αίματος στα κόπρανα) είναι χρήσιμη εξέταση, ωστόσο το αποτέλεσμα μπορεί να επηρεαστεί από διάφορους παράγοντες (διατροφή, άλλες εστίες αίματος όπως αιμορροΐδες ή φλεγμονή).

Στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι πολύποδες μπορούν να αφαιρεθούν κατά τη διάρκεια της ενδοσκόπησης με μια διαδικασία που αναφέρεται ως πολυπεκτομή.

Για την πολυπεκτομή δεν απαιτείται συγκεκριμένη προετοιμασία, ωστόσο απαιτείται καλός καθαρισμός του εντέρου και για αυτό χρειάζεται να ακολουθηθούν αυστηρά οι οδηγίες εντερικής προετοιμασίας με καθαρτικά πριν την επέμβαση.

Εάν ο ασθενής λαμβάνει αντιπηκτικά αυτά θα πρέπει να έχουν διακοπεί σύμφωνα με τις οδηγίες του θεράποντα ιατρού. Η πολυπεκτομή μπορεί να λάβει χώρα είτε κατά τη διάρκεια της αρχικής κολονοσκόπησης ή σε μεταγενέστερο χρόνο (επαναληπτική εξέταση), εφόσον ο Ιατρός το κρίνει απαραίτητο.

ΕΚΚΟΛΠΩΜΑΤΑ

Τα εκκολπώματα είναι μικρές σακοειδείς προσεκβολές (δίκην τσέπης) του βλεννογόνου δια μέσου του μυϊκού τοιχώματος του εντέρου σε σημεία όπου το μυϊκό τοίχωμα εμφανίζει αδυναμίες. Συνήθως εμφανίζονται στο παχύ έντερο και πολύ σπανιότερα στο λεπτό έντερο. Τα εκκολπώματα είναι συχνό εύρημα, ιδίως μετά την ηλικία των 50 ετών.

Ο αριθμός και το μέγεθός τους αυξάνονται με την ηλικία, ενώ η συχνότερη θέση εντόπισής τους είναι στο αριστερό παχύ έντερο στο Δυτικό κόσμο και στο δεξί παχύ έντερο στους Ασιάτες. Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την ηλικία, το ανδρικό φύλο, το κάπνισμα, τον αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος και τη λευκή φυλή.

Με τον όρο εκκολπωμάτωση αναφερόμαστε σε αυτή καθαυτή την παρουσία εκκολπωμάτων.

Τα περισσότερα άτομα με εκκολπωμάτωση δεν έχουν συμπτώματα και θα παραμείνουν ασυμπτωματικά για όλη τους τη ζωή. Άλλα όμως άτομα θα αναπτύξουν επιπλοκές, όπως είναι η εκκολπωματίτιδα ή η αιμορραγία από εκκολπώματα.

Η εκκολπωμάτωση συνήθως ανευρίσκεται κατά τη διάρκεια εξετάσεων που πραγματοποιούνται για άλλους λόγους. Η τυπική εξέταση όπου διαγιγνώσκεται η εκκολπωμάτωση είναι η κολονοσκόπηση. Άλλες εξετάσεις για τη διάγνωση της εκκολπωμάτωσης και επιπλοκών αυτής (όπως εκκολπωματίτιδα) είναι οι απεικονιστικές μέθοδοι με κύρια την αξονική τομογραφία.

Στην πορεία του χρόνου, περίπου 15-25% των ατόμων με εκκολπωμάτωση θα αναπτύξουν εκκολπωματίτιδα, ενώ 5 έως 15% θα αναπτύξουν αιμορραγία από εκκόλπωμα.

Από τα άτομα που αναπτύξουν εκκολπωματίτιδα, περίπου το 85% θα ανταποκριθούν στη συντηρητική/φαρμακευτική αγωγή όταν η εκκολπωματίτιδα είναι απλή (μη επιπλεγμένη). Έπειτα από το πρώτο επεισόδιο εκκολπωματίτιδας, το 1/3 θα εμφανίσουν 2ο επεισόδιο, το 1/3 θα μείνουν ασυμπτωματικοί και το 1/3 θα έχουν συμπτώματα χωρίς φλεγμονή. Έπειτα από 2ο επεισόδιο μόνο το 10% θα παραμείνει ασυμπτωματικό στη συνέχεια.

Η βαρύτητα των υποτροπών φαίνεται να παραμένει η ίδια σε κάθε επεισόδιο.

Οι συνηθέστερες επιπλοκές είναι η εκκολπωματίτιδα και η αιμορραγία.

• Η εκκολπωματίτιδα είναι φλεγμονή ενός ή περισσοτέρων εκκολπωμάτων. Θα εμφανιστεί έως και στο 15% των ατόμων με εκκολπωμάτωση. Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η φτωχή σε φυτικές ίνες διατροφή, η έλλειψη σωματικής δραστηριότητας, ο αυξημένος ΔΜΣ και το κάπνισμα.

Τα συμπτώματα της εκκολπωματίτιδας εξαρτώνται από τη βαρύτητα της φλεγμονής. Το πιο συχνό σύμπτωμα είναι άλγος στην αριστερή κάτω κοιλία. Άλλα συμπτώματα περιλαμβάνουν ναυτία και έμετο, εναλλαγές κενώσεων και συμπτώματα από το ουροποιητικό.

Kάποιες φορές η εκκολπωματίτιδα μπορεί να είναι σοβαρή και να χαρακτηριστεί από περαιτέρω επιπλοκές. Στις περιπτώσεις αυτές ονομάζεται επιπλεγμένη και μπορεί να συνοδεύεται από απόστημα, διάτρηση ή περιτονίτιδα.

• Αιμορραγία από εκκολπώματα
Η αιμορραγία από εκκόλπωμα συμβαίνει όταν μια μικρή αρτηρία που βρίσκεται μέσα σε ένα εκκόλπωμα διαβρωθεί και αιμορραγήσει μέσα στο παχύ έντερο. Η αιμορραγία είναι ανώδυνη. Θα εμφανιστεί έως και στο 15% των ατόμων με εκκολπωμάτωση.

 

Τα άτομα με εκκολπωμάτωση τα οποία δεν έχουν συμπτώματα δε χρειάζονται κάποια ειδική θεραπεία. Ωστόσο, γενικά προτείνεται διατροφή με αυξημένη ποσότητα φυτικών ινών (φρούτα και λαχανικά), ώστε να αποφευχθεί η δυσκοιλιότητα και η ανάπτυξη νέων εκκολπωμάτων ή επιπλοκών.

Σε περίπτωση εκκολπωματίτιδας, ο ασθενής πρέπει να παραμείνει νήστις ή να κάνει αυστηρή δίαιτα, ενώ χορηγούνται αντιβιοτικά και αναλγησία σύμφωνα με οδηγίες του θεράποντα. Σε ήπια συμπτώματα η κατάσταση μπορεί να αντιμετωπιστεί στο σπίτι. Εάν όμως αναπτυχθούν σοβαρά συμπτώματα όπως υψηλός πυρετός, επιδεινούμενο ή σοβαρό κοιλιακό άλγος, αδυναμία σίτισης και ενυδάτωσης από το στόμα ή τα συμπτώματα επιμείνουν για πάνω από 2-3 24ωρα, τότε συνιστάται η εισαγωγή στο νοσοκομείο. Σε βαριές επιπλοκές εκκολπωματίτιδας μπορεί να απαιτηθεί χειρουργική επέμβαση.

Όσον αφορά στην αιμορραγία από εκκόλπωμα, τις περισσότερες περιπτώσεις υποχωρεί από μόνη της. Ωστόσο, σε κάποια άτομα απαιτείται περαιτέρω έλεγχος ή θεραπεία για διακοπή της αιμορραγίας, ο οποίος μπορεί να περιλαμβάνει κολονοσκόπηση, αγγειογραφία, σπινθηρογράφημα ή ακόμα και χειρουργείο.

ΙΔΙΟΠΑΘΕΙΣ ΦΛΕΓΜΟΝΩΔΕΙΣ ΝΟΣΟΙ ΤΟΥ ΕΝΤΕΡΟΥ

Οι Ιδιοπαθείς Φλεγμονώδεις Νόσοι του Εντέρου (ΙΦΝΕ) περιλαμβάνουν δύο συγγενείς μεταξύ τους παθήσεις, την Ελκώδη Κολίτιδα (“ΕΚ”) και τη νόσο του Crohn. Αμφότερες είναι χρόνιες ιδιοπαθείς φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, το οποίο σημαίνει ότι χαρακτηρίζονται από μακροχρόνια συμπτώματα αφενός και την απουσία σαφώς καθορισμένης αιτιολογίας αφετέρου. Παρά τα κοινά τους σημεία, τα οποία τις ταξινομούν στην ίδια κατηγορία, έχουν και αρκετές διαφορές. Μια σημαντική διαφορά είναι ότι η Ελκώδης Κολίτιδα περιορίζεται στο παχύ έντερο ενώ η νόσος του Crohn μπορεί να συνοδεύεται από προσβολή οποιουδήποτε τμήματος του πεπτικού, από το παχύ έντερο μέχρι και τη στοματική κοιλότητα.

Παρά την έρευνα ετών δεν έχει ανευρεθεί κάποια συγκεκριμένη αιτία που να προκαλεί την εμφάνιση ΙΦΝΕ. Ωστόσο, είναι πλέον σαφές ότι στην παθογένεση και των δύο καταστάσεων κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει η δυσλειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος.

Οι ΙΦΝE εκδηλώνονται με συμπτώματα που ποικίλλουν από άτομο σε άτομο ως προς της βαρύτητά τους (ήπια έως σοβαρή) και την ταχύτητα εξέλιξής τους (βραδεία έως κεραυνοβόλα). Τα συχνότερα συμπτώματα των ΙΦΝΕ περιλαμβάνουν:

• Διάρροια (μπορεί και > 10 φορές την ημέρα)
• Αιματηρές κενώσεις (κυρίως στην ΕΚ)
• Αιμορραγία από το ορθό (κυρίως στην ΕΚ)
• Βλέννα με τις κενώσεις
• Κοιλιακές κράμπες
• Πυρετό
• Απώλεια βάρους

Ακόμα, συχνά συνοδεύονται από εξω-εντερικές εκδηλώσεις όπως:
• Οίδημα και πόνο στις αρθρώσεις
• Ερυθρότητα και πόνο στα μάτια
• Δερματικό εξάνθημα
• Έλκη στο στόμα

Η διάγνωση των ΙΦΝΕ βασίζεται στη λήψη ιστορικού, στα κλινικά συμπτώματα και στα ενδοσκοπικά ευρήματα μετά τη διενέργεια σιγμοειδοσκόπησης ή κολονοσκόπησης. Η νόσος τεκμηριώνεται με την ιστολογική εξέταση τεμαχιδίων που λαμβάνονται από το βλεννογόνο του εντέρου (βιοψίες).

Άλλες εξετάσεις μπορούν να συμβάλλουν στη διάγνωση και τη διάκριση από άλλες παθήσεις. Τέτοιες περιλαμβάνουν:
• Εργαστηριακές εξετάσεις – εξετάσεις αίματος ή κοπράνων
• Απεικονιστικές εξετάσεις – παραδείγματα περιλαμβάνουν απλές ακτινογραφίες, αξονικές και μαγνητικές τομογραφίες
• Εντεροσκόπηση ή έλεγχος λεπτού εντέρου με βιντεο-κάψουλα

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων τα συμπτώματα βελτιώνονται έπειτα από μόλις λίγες εβδομάδες θεραπείας. Εάν τα συμπτώματα δεν βελτιωθούν ο ιατρός σας ενδέχεται να δοκιμάσει διαφορετικό φάρμακο ή να σας χορηγήσει ένα στεροειδές φάρμακο από τη φλέβα. Αφού τα συμπτώματα υποχωρήσουν, ενδέχεται να επανεμφανιστούν (υποτροπή νόσου) μετά από κάποιο χρονικό διάστημα το οποίο ποικίλλει ανάλογα τον ασθενή. Για το λόγο αυτό, οι περισσότεροι ασθενείς λαμβάνουν μια θεραπεία συντήρησης η διάρκεια της οποίας δεν είναι σταθερή και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες.

Ανάλογα με τη βαρύτητα των συμπτωμάτων η νόσος μπορεί να χαρακτηριστεί ήπια, μέτρια ή βαριά. Στις ήπιες περιπτώσεις δεν υπάρχουν σημαντικές επιπλοκές και οι ασθενείς ζουν μια φυσιολογική ζωή. Ωστόσο, κάποιοι ασθενείς εμφανίζουν βαριές μορφές ΙΦΝΕ που χαρακτηρίζονται από πολλαπλές νοσηλείες, ανάγκη για συνεχή φαρμακευτική αγωγή ή/και χειρουργικές επεμβάσεις.

Ποιος είναι ο ρόλος της διατροφής σε ασθενείς με ΙΦΝΕ;
Δεν υπάρχει δίαιτα η οποία αποδεδειγμένα βοηθάει τους ανθρώπους με ΕΚ ή NC να αισθάνονται καλύτερα. Ωστόσο, κάποιοι άνθρωποι διαπιστώνουν πως συγκεκριμένες τροφές μπορεί να χειροτερεύουν τα συμπτώματά τους. Τέτοια παραδείγματα περιλαμβάνουν συχνά γαλακτοκομικά προϊόντα. Στις περιπτώσεις αυτές, καλό είναι αυτές οι τροφές να αποφεύγονται και να λαμβάνονται συμπληρώματα διατροφής, όπου χρειάζεται. Επίσης, στις εξάρσεις καλό είναι να αποφεύγονται τρόφιμα που ερεθίζουν ή αυξάνουν την κινητικότητα του γαστρεντερικού σωλήνα, όπως λιπαρά φαγητά και φρούτα/λαχανικά που είναι άφθονα σε φυτικές ίνες.

Ποιος είναι ο ρόλος της φαρμακευτικής θεραπείας στις ΙΦΝΕ;

Η φαρμακευτική θεραπεία είναι ο ακρογωνιαίος λίθος στην αντιμετώπιση των ΙΦΝΕ, καθώς στην εποχή μας διαθέτουμε ένα οπλοστάσιο από πολλά και αποτελεσματικά φάρμακα. Αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν:

  •  Φάρμακα που χορηγούνται τοπικά υπό μορφή υποθέτων ή ορθικού αφρού, ειδικά για την ΕΚ
  • Φάρμακα που χορηγούνται από το στόμα, είτε αντιφλεγμονώδη ή ανοσοκατασταλτικά
  • Στεροειδή φάρμακα που χορηγούνται είτε από το στόμα ή ενέσιμα, συνήθως για λίγες εβδομάδες
  • Νεότερα ενέσιμα φάρμακα τα οποία τροποποιούν το ανοσοποιητικό σύστημα και μειώνουν τη φλεγμονή. Αυτά ανήκουν σε μια κατηγορία που ονομάζονται βιολογικοί παράγοντες και χορηγούνται σε βαρύτερες ή ανθεκτικές μορφές νόσου

Ο στόχος της φαρμακευτικής αγωγής είναι να διατηρούν τη νόσο και τα συμπτώματα σε ύφεση.

Σε ποιες περιπτώσεις χρειάζεται χειρουργική επέμβαση στις ΙΦΝΕ;

Τόσο στην ΕΚ όσο και στη NC μπορεί να απαιτηθεί χειρουργείο, συνήθως σε βαριές μορφές της νόσου ή σε νόσο η οποία δεν ανταποκρίνεται σε καμία θεραπεία. Επίσης, χειρουργείο απαιτείται όταν αναπτυχθεί δυσπλασία ή νεοπλασία ή σε ανάπτυξη επιπλοκών όπως συρίγγιο, διάτρηση ή στένωση.

 

ΚΟΛΙΤΙΔΑ ΜΕΤΑ ΑΚΤΙΝΟΒΟΛΙΑ

Μετά από ακτινοθεραπεία σε όργανα της κατώτερης κοιλιάς όπως το ορθό, ο τράχηλος της μήτρας, ο προστάτης, ο ουρητήρας και η ουροδόχος κύστη, μπορεί να προκύψει βλάβη στο βλεννογόνο του εντέρου, με συχνότερη θέση προσβολής το ορθό και το σιγμοειδές κόλο.

Οι βλάβες που προκαλούνται στο βλεννογόνου του εντέρου περιλαμβάνουν ατροφία, ίνωση (ουλώδης ιστός) και ανάπτυξη παθολογικών αγγείων (αγγειεκτασίες). Η βλάβη συνήθως εκδηλώνεται εντός έξι εβδομάδων από την ακτινοθεραπεία και σε κάποιες περιπτώσεις αυτοπεριορίζεται, ενώ σε άλλες περιπτώσεις μπορεί να μεταπέσει σε χρονιότητα.

Παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν τη δόση της ακτινοβολίας, το τμήμα του σώματος που ακτινοβολείται και τη μέθοδο χορήγησης.

Συμπτώματα της οξείας βλάβης περιλαμβάνουν κοιλιακό ή πυελικό πόνο, διάρροια, βλέννα, τεινεσμό και έπειξη για αφόδευση. Στη χρόνια βλάβη η συχνότερη εκδήλωση είναι απώλεια αίματος από το ορθό η οποία μπορεί να συνοδεύεται από σιδηροπενική αναιμία, αλλαγή στις εντερικές κενώσεις, έπειξη για αφόδευση και σπάνια ακράτεια κοπράνων.

Η διάγνωση της κολίτιδας από ακτινοβολία βασίζεται στο συμβατό κλινικό ιστορικό (ακτινοβολία της περιοχής και συνοδά συμπτώματα) και τεκμηριώνεται με τα ενδοσκοπικά ευρήματα. Τα εργαστηριακά ευρήματα και οι εξετάσεις κοπράνων δεν τεκμηριώνουν τη διάγνωση αλλά μπορούν να την υποστηρίξουν και να αποκλείσουν άλλες πιθανές παθήσεις. Επίσης, είναι σημαντικό να γίνεται έλεγχος για σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.

Η οξεία βλάβη είναι συνήθως αυτοπεριοριζόμενη – ωστόσο σε ένα 20% των ασθενών μπορεί να απαιτηθούν μικρές διακοπές στην ακτινοβολία λόγω συμπτωμάτων. Στους ασθενείς με εντονότερα συμπτώματα μπορεί να χορηγηθεί υποστηρικτική αγωγή με ενυδάτωση και αντιδιαρροϊκά όπως και να γίνουν υποκλυσμοί με βουτυρικό νάτριο για περίπου 3 εβδομάδες.

Στη χρόνια κολίτιδα έχουμε τις εξής φαρμακευτικές επιλογές:

• Υποκλυσμοί σουκραλφάτης για πόνο στο ορθό που επιμένει, τεινεσμό ή αιμορραγία. Γενικά είναι καλά ανεκτοί και μόνο ένα μικρό ποσοστό ασθενών θα υποτροπιάσουν
• Μαλακτικά κοπράνων σε ασθενείς με ήπια αποφρακτικά συμπτώματα, όπως δυσκοιλιότητα η οποίαμπορεί να έχει αναπτυχθεί ως αποτέλεσμα της εμμένουσας φλεγμονής ή/και της ίνωσης
• Yπόθετα μεσαλαμίνης ή/και υποκλυσμοί γλυκοκορτικοειδών είναι ιδιαίτερα χρήσιμοι όταν συνυπάρχουν εξελκώσεις

ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

  • 6975 560 405
  • info@drvarbobitis.gr
  • Ελευθερίου Βενιζέλου 30, Νέα Σμύρνη

OFFICE HOURS

Δευτέρα 17:00 – 21:00
Τετάρτη 17:00 – 21:00
Παρασκευή 17:00 – 21:00

ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

  • Παθήσεις Χοληφόρων
  • Παθήσεις Ήπατος
  • Παθήσεις Παγκρέατος
  • Παθήσεις Ανώτερου και Κατώτερου Πεπτικού
  • Περιπρωκτικές Παθήσεις
  • Αντιμετώπιση Παχυσαρκίας
  • Αδυναμία Σίτισης από το Στόμα

Κλείστε το ραντεβού σας σήμερα