ΠΑΘΗΣΕΙΣ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ

Το πάγκρεας είναι ένας αδένας που βρίσκεται πίσω από το στομάχι και παίζει σημαντικό ρόλο στη σωστή λειτουργία του οργανισμού.
Έχει διπλή λειτουργία: Να παράγει ένζυμα που βοηθούν στη διάσπαση των τροφών στο λεπτό έντερο και να εκκρίνει ορμόνες, όπως η ινσουλίνη και η γλυκαγόνη, που ρυθμίζουν τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα.
Η υγεία του παγκρέατος είναι ζωτικής σημασίας για την πέψη και τον μεταβολισμό. Διαταραχές στη λειτουργία του μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρά προβλήματα, όπως ο διαβήτης ή η παγκρεατίτιδα.

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ

Το πάγκρεας είναι ένα όργανο που βρίσκεται πίσω από το στομάχι και έχει δύο κύριες λειτουργίες: την παραγωγή ορμονών (ενδοκρινής μοίρα) και την παραγωγή ενζύμων που βοηθούν στην πέψη των τροφών (εξωκρινής μοίρα). Ο καρκίνος παγκρέατος είναι ένας σπάνιος αλλά θανατηφόρος καρκίνος, αφού μόνο το 5% των ατόμων επιβιώνουν για πάνω από 5 χρόνια από τη στιγμή της διάγνωσης.
Ο κυρίαρχος τύπος καρκίνου του παγκρέατος είναι το αδενοκαρκίνωμα (95%), το οποίο προέρχεται από κακοήθη μετάλλαξη κυττάρων της εξωκρινούς μοίρας του παγκρέατος. Άλλοι σπανιότεροι τύποι περιλαμβάνουν καρκίνο εκ νησιδιακών κυττάρων, επιθηλιακό καρκίνο ή νευροενδοκρινή καρκίνο.

Οι κυριότεροι παράγοντες κινδύνου που έχει βρεθεί να σχετίζονται με την εμφάνιση καρκίνου παγκρέατος περιλαμβάνουν τους ακόλουθους:

• Ηλικία (>75 ετών)
• Κάπνισμα
• Παχυσαρκία
• Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του παγκρέατος (≥2 συγγενείς πρώτου βαθμού ή 3 συγγενείς οποιουδήποτε βαθμού με καρκίνο παγκρέατος ή ένας συγγενής με καρκίνο παγκρέατος μαζί με γνωστό οικογενειακό σύνδρομο καρκίνου)
• Κληρονομική παγκρεατίτιδα
• Χρόνια παγκρεατίτιδα
• Σακχαρώδης διαβήτης

Άλλοι παράγοντες κινδύνου (με μικρότερο βαθμό συσχέτισης) περιλαμβάνουν τη χρόνια λήψη αλκοόλ, τη χρόνια και συχνή κατανάλωση κόκκινου και επεξεργασμένου κρέατος, όπως και τις ομάδες αίματος Α, ΑΒ και Β.

Αν και το ιδανικό είναι να ανευρεθεί ο καρκίνος σε πρώιμα στάδια, όταν δεν θα έχει δώσει συμπτώματα, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάποιο οργανωμένο πρόγραμμα επιτήρησης για το γενικό πληθυσμό, παρά μόνο για συγκεκριμένες ομάδες ατόμων με αυξημένο κίνδυνο, όπως με κληρονομική παγκρεατίτιδα ή οικογενειακό ιστορικό καρκίνου παγκρέατος. Η καλύτερη πρόληψη είναι η αποφυγή των γνωστών παραγόντων κινδύνου, όπως κάπνισμα, αλκοόλ και παχυσαρκία.

Ο καρκίνος του παγκρέατος συνήθως στα πρώτα στάδια είναι ασυμπτωματικός. Όταν εξελιχθεί και φτάσει στο σημείο να προκαλεί συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, απώλεια βάρους, ίκτερο (κίτρινη χροιά δέρματος συνοδευόμενη με αλλαγή στο χρώμα των ούρων και των κοπράνων), ακόμα και κατάθλιψη.
Οι εξετάσεις στις οποίος βασίζεται η διάγνωση του καρκίνου του παγκρέατος περιλαμβάνουν:
• Αιματολογικές εξετάσεις
• Απεικονιστικές εξετάσεις, οι οποίες συνήθως περιλαμβάνουν υπερηχογράφημα, αξονική ή/και μαγνητική τομογραφία
• Βιοψία, η οποία τεκμηριώνει τη διάγνωση. Η κύρια σύγχρονη μέθοδος λήψης βιοψίας από πιθανό καρκίνο στο πάγκρεας είναι η βιοψία για λεπτής βελόνης (FNB) μέσω ενδοσκοπικού υπερήχου. Είναι σχετικά ασφαλής διαδικασία και ο κίνδυνος για επιπλοκές (όπως αιμορραγία, διάτρηση) είναι πολύ μικρός. Απαιτείται όμως ενημέρωση από τον ιατρό πριν τη διαδικασία, ανασκόπηση του ιστορικού και των εξετάσεων και τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής ώστε να γίνει όσο το δυνατόν με μεγαλύτερη ασφάλεια και αποτελεσματικότητα.

 

Εφόσον ο καρκίνος ανιχνευτεί σε πρώιμο στάδιο, οριστική θεραπεία και μοναδική θεραπεία ίασης αποτελεί η χειρουργική εκτομή. Αυτή είναι δυνατή στη μειοψηφία των ασθενών και το είδος του χειρουργείου εξαρτάται από την εντόπιση του καρκίνου στο πάγκρεας.

Σε περιπτώσεις όπου το χειρουργείο δεν είναι εφικτό (όπως σε μεταστάσεις, τοπικά προχωρημένη νόσο, συννοσηρότητες κ.λ.π) μπορεί να χορηγηθεί χημειοθεραπεία ή/και ακτινοθεραπεία. Η επιλογή της θεραπείας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες. H ανοσοθεραπεία είναι μια σχετικά νέα μορφή θεραπείας που χρησιμοποιείται για συγκεκριμένους υπότυπους καρκίνου παγκρέατος.

Η ενδοσκοπική θεραπεία, αν και δεν μπορεί η ίδια να θεραπεύσει από τον καρκίνο του παγκρέατος, έχει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των επιπλοκών αυτού. 

ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ

  • Όταν ο όγκος αποφράξει το χοληδόχο πόρο και προκαλέσει ίκτερο, μπορεί να τοποθετηθεί μια ενδοπρόσθεση (stent) μέσω μιας διαδικασίας που ονομάζεται ΕRCP.
  • Σε περίπτωση που ο όγκος είναι αρκετά μεγάλος και προκαλέσει απόφραξη στο έντερο και σχετιζόμενα συμπτώματα (δυσφαγία, έμετοι), τότε ενδέχεται να χρειαστεί να τοποθετηθεί μια ενδοπρόσθεση στο έντερο ώστε να επιτρέπει τη διέλευση της τροφής προς τα κάτω. Η διαδικασία αυτή γίνεται ενδοσκοπικά μέσω γαστροσκόπησης.

ΚΟΙΛΙΑΚΟ ΑΛΓΟΣ

Υπάρχουν περιπτώσεις όπου παθήσεις του παγκρέατος, όπως καρκίνος του παγκρέατος και χρόνια παγκρεατίτιδα προκαλούν έντονο και επίμονο κοιλιακό άλγος το οποίο δεν υποχωρεί με τα συνήθη αναλγητικά ή ακόμα και με προχωρημένη αναλγητική αγωγή. Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις τα φάρμακα που χορηγούνται μπορεί να μην είναι ανεκτά λόγω παρενεργειών όπως δυσκοιλιότητα και ναυτία.

Στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να επιχειρηθεί αποκλεισμός του νευρικού πλέγματος της κοιλιακής αρτηρίας (coeliac plexus block). Η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει με ασφάλεια μέσω ενδοσκοπικού υπερήχου. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται υπερηχογραφικά η περιοχή όπου βρίσκονται τα νευρικά γάγγλια πέριξ της κοιλιακής αρτηρίας. Εκεί, προωθείται υπό ακτινολογική καθοδήγηση μια ειδική βελόνα και ακολούθως γίνεται έγχυση ουσιών (συνήθως συνδυασμός αναισθητικού ή αλκοόλης και κορτικοστεροειδούς) με σκοπό να αποκλειστεί η μετάδοση της αίσθησης του πόνου μέσω των αντίστοιχων νεύρων. Η διαδικασία διαρκεί λίγα λεπτά, έχει καλά αποτελέσματα και είναι γενικά ασφαλής (οι συνηθέστερες μετεπεμβατικές επιπλοκές περιλαμβάνουν διάρροια, υπόταση). Το αποτέλεσμα εξασθενεί μετά από λίγους μήνες αλλά η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί με δυνητικά εξίσου καλά αποτελέσματα.

 

ΚΥΣΤΙΚΑ ΝΕΟΠΛΑΣΜΑΤΑ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ

Όπως λέει και το όνομά τους, πρόκειται για κυστικές αλλοιώσεις οι οποίες έχουν δυνητικά μια τάση να μεγαλώνουν και να εξελίσσονται στην πορεία του χρόνου.

Τα συναντάμε όλο και συχνότερα στην εποχή μας και αυτό οφείλεται στο ότι πολλά από αυτά ανευρίσκονται τυχαία χάρη στη διαδεδομένη χρήση απεικονιστικών μεθόδων όπως είναι η αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Η συχνότητά τους αυξάνεται με την ηλικία. Οι συχνότεροι τύποι περιλαμβάνουν τα ορώδη κυστικά νεοπλάσματα, τα οποία είναι απίθανο να εξελιχθούν σε καρκίνο, τα βλεννώδη κυστικά νεοπλάσματα και τα ενδοπορικά θηλώδη νεοπλάσματα (IPMN), με τις δύο τελευταίες κατηγορίες να έχουν κάποιο δυναμικό κακοήθειας και να απαιτούν παρακολούθηση ή/και χειρουργική αφαίρεση σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.

Σε γενικές γραμμές ο κίνδυνος να υπάρχει καρκίνος σε μια κύστη που διαγιγνώσκεται σε τυχαίο έλεγχο είναι χαμηλός. Ο κίνδυνος κακοήθειας εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του τύπου του κυστικού νεοπλάσματος (π.χ. βλεννώδης έναντι ορώδους), του μεγέθους του, των συμπτωμάτων και της συμμετοχής (διάτασης) του παγκρεατικού πόρου, μεταξύ άλλων.

Τα παγκρεατικά κυστικά νεοπλάσματα είναι συνήθως ασυμπτωματικά. Όταν προκαλούν συμπτώματα, αυτά μπορεί να περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, αίσθημα μάζας, ναυτία/έμετους ή και φλεγμονή στο πάγκρεας (παγκρεατίτιδα) η οποία μπορεί να συμβεί ως μεμονωμένο γεγονός ή να υποτροπιάζει.
Εκτός από αυτά τα συμπτώματα υπάρχουν και άλλα τα οποία μπορεί να είναι περισσότερα ανησυχητικά, όπως εμμένον άλγος στην πλάτη, ίκτερος, ανορεξία, απώλεια βάρους, νεοεμφανιζόμενος διαβήτης, διάρροια. Σε κάθε περίπτωση, όταν μια παγκρεατική κύστη προκαλεί συμπτώματα απαιτείται εκτενής έλεγχος προς αποκλεισμό κακοήθους εξαλλαγής.

 

 

Το πρώτο βήμα στη διαγνωστική αξιολόγηση μιας κύστης είναι η διενέργεια υψηλής ποιότητας απεικόνισης, συνήθως με μαγνητική τομογραφία (MRI/MRCP) ή εναλλακτικά με αξονική τομογραφία (CT). Εάν οι εξετάσεις αυτές δεν είναι διαγνωστικές ως προς τον τύπο της κύστης ή εάν υπάρχουν ακτινολογικά ή κλινικά σημεία υψηλού κινδύνου για ύπαρξη κακοήθειας, το επόμενο βήμα στη διερεύνηση πρέπει να είναι ο ενδοσκοπικός υπέρηχος. Ο ενδοσκοπικός υπέρηχος είναι μια μέθοδος με την οποία απεικονίζονται πολύ καλά τα χαρακτηριστικά των παγκρεατικών κύστεων και του παγκρεατικού παρεγχύματος. Συνεπώς, μπορούμε να αναγνωρίσουμε σημεία υψηλού κινδύνου (όπως παρουσία όζων) τα οποία ενδεχομένως δεν είναι εμφανή στις υπόλοιπες απεικονιστικές μεθόδους. Ωστόσο, ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι ο ενδοσκοπικός υπέρηχος παρέχει τη δυνατότητα να ληφθεί δείγμα (υγρό) από το κυστικό νεόπλασμα με ειδική βελόνα παρακέντησης. Το υγρό αυτό αποστέλλεται για περαιτέρω αναλύσεις οι οποίες μπορούν να υποδείξουν τόσο τον τύπο του κυστικού νεοπλάσματος, όσο και την πιθανότητα κακοήθειας (με κυτταρολογική εξέταση).

Τα παγκρεατικά κυστικά νεοπλάσματα που έχουν κάποιο δυναμικό κακοήθους εξαλλαγής, όπως τα βλεννώδη κυστικά νεοπλάσματα ή τα IPMΝ, πρέπει να τίθενται σε παρακολούθηση, η οποία γίνεται συνήθως με μαγνητική τομογραφία (MRI/MRCP) ή ενδοσκοπικό υπέρηχο ανά διαστήματα που θα ορίσει ο ιατρός σας. Τα κυστικά νεοπλάσματα που δεν έχουν πιθανότητα να εξελιχθούν σε καρκίνο (ορώδη κυστικά νεοπλάσματα, καλοήθεις κύστεις παγκρέατος) δε χρειάζονται παρακολούθηση. Σε κάποιες περιπτώσεις, συνιστάται η χειρουργική αφαίρεση των κυστικών νεοπλασμάτων του παγκρέατος. Αυτό γίνεται όταν τα κυστικά νεοπλάσματα προκαλούν συγκεκριμένα συμπτώματα ή όταν υπάρχουν χαρακτηριστικά υψηλού κινδύνου τα οποία μπορεί να διαπιστώσει ο ιατρός σας. Το είδος της χειρουργικής επέμβασης εξαρτάται από το μέγεθος και την εντόπιση του νεοπλάσματος, μεταξύ άλλων.

ΨΕΥΔΟΚΥΣΤΗ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ

H ψευδοκύστη παγκρέατος αποτελεί μια καλοήθη κυστική συλλογή η οποία δεν περιλαμβάνεται στα κυστικά νεοπλάσματα του παγκρέατος. Αναπτύσσεται συνήθως μετά από κάποιο επεισόδιο παγκρεατίτιδας, όπου προκαλείται βλάβη ή/και κώλυμα στον παγκρεατικό πόρο με αποτέλεσμα την εκροή του παγκρεατικού υγρού (εξαγγείωση) και το σταδιακό σχηματισμό της συλλογής. Η περιχαράκωση της συλλογής με το σχηματισμό περιβλήματος-ψευδοκάψας (για αυτό και ονομάζεται ψευδοκύστη) και η δημιουργία της ψευδοκύστης απαιτεί περίπου διάστημα 3-4 εβδομάδων μετά το αρχικό επεισόδιο. Όταν η παγκρεατίτιδα συνοδεύεται από νέκρωση του παγκρέατος, η ψευδοκύστη είναι πιθανό να περιέχει νεκρωτικό υλικό. Στην περίπτωση αυτή, η ψευδοκύστη ονομάζεται νεκρωτική συλλογή και είναι σημαντικό να παροχετευτεί ώστε να αποφευχθούν τυχόν μελλοντικές επιπλοκές.

H ψευδοκύστη μπορεί να είναι ασυμπτωματική και να βρεθεί σε τυχαίο απεικονιστικό έλεγχο. Όταν προκαλεί συμπτώματα, αυτά συνήθως περιλαμβάνουν κοιλιακό άλγος, ναυτία, έμετους, πρόωρο κορεσμό. Όταν αποκτήσει μεγάλο μέγεθος μπορεί να προκαλέσει αποφρακτικά φαινόμενα, όπως ίκτερο από συμπίεση του χοληδόχου πόρου και δυσφαγία/εμέτους από πίεση του πεπτικού σωλήνα, αντίστοιχα.

Για τον καλύτερο χαρακτηρισμό της ψευδοκύστης παγκρέατος διενεργείται αξονική ή μαγνητική τομογραφία. Ωστόσο, πολλές φορές είναι δύσκολη η διάκριση από κυστικό νεόπλασμα του παγκρέατος ή άλλον όγκο. Έτσι, συχνά καταφεύγουμε στον ενδοσκοπικό υπέρηχο ο οποίος όχι μόνο απεικονίζει τα χαρακτηριστικά της ψευδοκύστης με ακρίβεια, αλλά δίνει και τη δυνατότητα επιβεβαίωσης της διάγνωσης με λήψη υγρού από την κύστη για ανάλυση.

Η ψευδοκύστη παγκρέατος αντιμετωπίζεται μέσω ενδοσκοπικού υπερήχου. 

Κατά τη διάρκεια του ενδοσκοπικού υπερήχου εξασφαλίζεται ασφαλής πρόσβαση προς την κυστική συλλογή από το στομάχι (συνηθέστερα) ή το δωδεκαδάκτυλο.
Η πρόσβαση επιτυγχάνεται είτε:

  • με βελόνα βιοψίας και οδηγό-σύρμα,
  • είτε με το σύγχρονο σύστημα Hot Axios.

Σε όλες τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται διαθερμία για την τοποθέτηση πλαστικής ή μεταλλικής ενδοπρόσθεσης, δημιουργώντας επικοινωνία ανάμεσα στη συλλογή και τον αυλό του στομάχου ή δωδεκαδακτύλου.
Η επικοινωνία αυτή επιτρέπει την παροχέτευση του περιεχομένου στον πεπτικό σωλήνα.

ΝΕΥΡΟΕΝΔΟΚΡΙΝΕΙΣ ΟΓΚΟΙ ΠΑΓΚΡΕΑΤΟΣ

Οι νευροενδοκρινείς όγκοι του παγκρέατος (P-NET) είναι σπάνια νεοπλάσματα που προέρχονται από ενδοκρινικό ιστό στο πάγκρεας. Στην πλειονότητά τους είναι μη λειτουργικά, δηλαδή δεν παράγουν ορμόνες και δεν προκαλούν αντίστοιχα κλινικά σύνδρομα. Ωστόσο, ένα ποσοστό P-NET έχουν τη δυνατότητα να παράγουν μια ποικιλία πεπτιδικών ορμονών, οι οποίες περιλαμβάνουν τις: ινσουλίνη, γαστρίνη, γλυκαγόνη και αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο (VIP), μεταξύ άλλων.

Οι μη λειτουργικοί όγκοι επειδή δεν παράγουν ορμόνες συνήθως παραμένουν αδιάγνωστοι ή διαγιγνώσκονται σε προχωρημένο στάδιο με συμπτώματα λόγω συμπίεσης γειτονικών δομών (όπως κοιλιακό άλγος ή ψηλαφητή μάζα) ή λόγω παρουσίας μεταστάσεων (όπως ναυτία, ανορεξία, απώλεια βάρους). Όταν οι νευροενδοκρινείς όγκοι είναι λειτουργικοί, τα συμπτώματα εξαρτώνται από τη συγκεκριμένη ορμόνη η οποία παράγεται σε πολύ υψηλά επίπεδα. Για παράδειγμα, ένα P-NET μπορεί να προκαλεί υπογλυκαιμία (ινσουλίνωμα), πεπτικά έλκη (γαστρίνωμα) ή εμμένουσα υδαρή διάρροια (VIPωμα).

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων οι νευροενδοκρινείς όγκοι αποτελούν τυχαίο εύρημα σε κάποια απεικόνιση (π.χ. αξονική ή μαγνητική τομογραφία) που γίνεται για διαφορετική ένδειξη. Αυτό οφείλεται αφενός στο ότι στην πλειοψηφία τους οι όγκοι αυτοί είναι μη λειτουργικοί, δηλαδή δεν προκαλούν συγκεκριμένα ορμονικά σύνδρομα, αφετέρου στο ότι έχει αυξηθεί πολύ η χρήση απεικονιστικών μεθόδων στην καθημερινή κλινική πράξη.

Εφόσον οι πρώτες απεικονίσεις υποδείξουν μια αλλοίωση στο πάγκρεας ύποπτη για NET, συνήθως ακολουθούν νέες απεικονίσεις για επιβεβαίωση όπως η λειτουργική απεικόνιση PET/CT με γάλλιο Ga-68 DOTATATE ή η απεικόνιση με ραδιοσημασμένα ανάλογα σωματοστατίνης, η οποία μπορεί να προβλέψει και την ανταπόκριση στη θεραπεία με ανάλογα σωματοστατίνης.

Σε περιπτώσεις όπου εξακολουθεί να υπάρχει διαγνωστική αμφιβολία, σημαντικός είναι ο ρόλος του Ενδοσκοπικού Υπερήχου με τον οποίο μπορεί να εντοπιστεί επακριβώς η βλάβη αλλά και να ληφθεί βιοψία μέσω λεπτής βελόνης (FNB). O ενδοσκοπικός υπέρηχος είναι μια ιδιαίτερα ευαίσθητη μέθοδος στη διάγνωση νευροενδοκρινών όγκων καθώς μπορεί να ανιχνεύσει πολύ μικρές αλλοιώσεις στο πάγκρεας, μέχρι και 2-3 χιλ.

Η θεραπεία των P-ΝΕΤ ποικίλει και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες (όπως τύπος και βαθμός διαφοροποίησης όγκου, μέγεθος, εντόπιση, παρουσία μεταστάσεων, παρουσία ειδικών υποδοχέων, ηλικία, συννοσηρότητες, εξειδίκευση ιατρικής ομάδας).

Το φάσμα της θεραπευτικής αντιμετώπισης είναι ευρύ και μπορεί να περιλαμβάνει: χειρουργική επέμβαση, χημειοθεραπεία, ορμονοθεραπεία, απόφραξη ηπατικής αρτηρίας ή χημειοεμβολισμό, στοχευμένη θεραπεία και υποστηρικτική φροντίδα.

Η απόφαση για τη θεραπεία λαμβάνεται από εξειδικευμένη ομάδα ιατρών σε συνεργασία (όπως ενδοκρινολόγο, ογκολόγο, χειρουργό, γαστρεντερολόγο, ακτινολόγο). Η κύρια θεραπεία που προσφέρει ίαση είναι η χειρουργική θεραπεία. Ωστόσο, σε κάποιες περιπτώσεις δεν είναι δυνατή ή επιθυμητή η χειρουργική θεραπεία, όπως για παράδειγμα σε εκτεταμένη νόσο με διασπορά-μεταστάσεις ή σε ασθενείς υψηλού χειρουργικού κινδύνου. Σε αυτές τις περιπτώσεις προτιμώνται άλλες θεραπείες.

 

ΠΑΓΚΡΕΑΤΙΤΙΔΑ

H παγκρεατίτιδα αναφέρεται στη φλεγμονή του παγκρέατος, ενός αδένα που βρίσκεται πίσω από το στομάχι και ο οποίος παράγει σημαντικές ορμόνες με κυριότερες την ινσουλίνη, τη γλυκαγόνη και την αυξητική ορμόνη. Εκτός την παραγωγή ορμονών, το πάγκρεας είναι βασικό όργανο και για την πέψη των τροφών παράγοντας πεπτικά ένζυμα που βοηθούν στη διάσπαση και απορρόφηση θρεπτικών συστατικών από το λεπτό έντερο, κυρίως υδατανθράκων, λιπών και πρωτεϊνών. Η παγκρεατίτιδα μπορεί να είναι οξεία, δηλαδή να αναπτυχθεί ξαφνικά ή χρόνια (απότοκος χρόνιας βλάβης στο πάγκρεας).

Η οξεία παγκρεατίτιδα είναι μια οξεία φλεγμονώδης κατάσταση η οποία συνήθως προκαλείται είτε από χοληδοχολιθίαση (όταν ένας λίθος χοληδόχου πόρου κυλίσει προς τα κάτω και σφηνώσει στο φύμα του Vater όπου εκβάλλει ο παγκρεατικός πόρος) ή από υπερβολική λήψη αλκοόλ.

Σπανιότερα αίτια αποτελούν η λήψη συγκεκριμένων φαρμάκων ή τοξινών, η υπερασβεστιαιμία, τα πολύ αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων στο αίμα, όπως και η βλάβη του παγκρέατος από τραυματισμό ή ιατρικές επεμβατικές πράξεις.

Όσον αφορά στη χρόνια παγκρεατίτιδα, τo συχνότερο αίτιο είναι η χρόνια κατάχρηση αλκοόλ, ενώ άλλα αίτια περιλαμβάνουν υπερασβεστιαιμία, υπερλιπιδαιμία, απόφραξη του παγκρεατικού πόρου (κακοήθεια, λίθοι), γενετικά αίτια και αυτοάνοσες παθήσεις, μεταξύ άλλων.

Tα κύρια συμπτώματα μιας ήπιας οξείας παγκρεατίτιδας περιλαμβάνουν έντονο επιγαστρικό άλγος που μπορεί να αντανακλά στη μέση, ναυτία και εμέτους. Σε κάποιες περιπτώσεις η παγκρεατίτιδα μπορεί να είναι μέτριας βαρύτητας και να συνοδεύεται από εμπύρετο, πτώση της πίεσης, ταχυκαρδία, όπως και ανεπάρκεια ενός ή περισσοτέρων οργάνων. Η βαριά παγκρεατίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από πολυ-οργανική ανεπάρκεια, να απαιτήσει εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας ή ακόμα και να οδηγήσει σε θάνατο.

Η χρόνια παγκρεατίτιδα συνήθως δεν προκαλεί τόσο έντονα ή βαριά συμπτώματα όπως η οξεία, ωστόσο συνοδεύεται από επίμονα συμπτώματα όπως εμμένον κοιλιακό άλγος και εμέτους. Ακόμη, μπορεί να οδηγήσει σε παγκρεατική ανεπάρκεια, η οποία έχει ως αποτέλεσμα δυσαπορρόφηση τροφών, ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη και απώλεια βάρους.

Η παγκρεατίτιδα μπορεί να προκαλέσει μια σειρά από επιπλοκές από το πεπτικό σύστημα, με κυριότερες τις ακόλουθες:

  • Ίκτερος, από απόφραξη του χοληδόχου πόρου λόγω του τοπικού οιδήματος (οξεία παγκρεατίτιδα) ή/και ίνωσης (σε περίπτωση χρόνιας παγκρεατίτιδας)
  • Ψευδοκύστη ή νεκρωτική συλλογή λόγω εξαγγείωσης παγκρεατικού υγρού ή/και νέκρωσης του παγκρέατος
  • Δυσφαγία, λόγω απόφραξης του λεπτού εντέρου ως αποτέλεσμα οιδήματος/ίνωσης του παγκρέατος
  • Εμμένον κοιλιακό άλγος, λόγω διήθησης των περιοχικών νεύρων.

Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των παραπάνω επιπλοκών διαδραματίζουν επεμβατικές ενδοσκοπικές μέθοδοι όπως η ERCP, η τοποθέτηση ενδοπρόσθεσης ανώτερου πεπτικού και ο ενδοσκοπικός υπέρηχος.

Η διάγνωση της παγκρεατίτιδας βασίζεται στα κλινικά συμπτώματα και τα τυπικά εργαστηριακά ευρήματα που συνίστανται σε αυξημένες τιμές των παγκρεατικών ενζύμων, δηλ. της λιπάσης και της αμυλάσης. Ο ρόλος των απεικονιστικών εξετάσεων (υπέρηχος, αξονική ή μαγνητική τομογραφία) μπορεί να είναι υποστηρικτικός. Επιπλέον, οι απεικονιστικές εξετάσεις είναι σημαντικές για τη διερεύνηση του αιτίου της παγκρεατίτιδας (όταν δεν είναι γνωστό) όπως και για εκτίμηση πιθανών επιπλοκών αυτής (όπως νέκρωση, ψευδοκύστη κ.λ.π.).

Η θεραπεία της οξείας παγκρεατίτιδας είναι κυρίως υποστηρικτική. Δεν υπάρχει εγκεκριμένη φαρμακευτική θεραπεία για αντιμετώπιση της παγκρεατίτιδας.

Στην οξεία παγκρεατίτιδα ο ασθενής κατά κανόνα νοσηλεύεται, λαμβάνει ενδοφλέβια υγρά και αναλγησία ως ενδείκνυται και η σίτιση αυξάνεται προοδευτικά μόλις υποχωρήσουν τα συμπτώματα. Σε βαριές παγκρεατίτιδες μπορεί να απαιτηθεί εισαγωγή σε μονάδα εντατικής θεραπείας και παρεντερική διατροφή, χορήγηση αντιβίωσης ή/και χειρουργική επέμβαση.

Στη χρόνια παγκρεατίτιδα δεν είναι απαραίτητη η νοσηλεία του ασθενή εφόσον δεν υπάρχουν επιπλοκές. Ωστόσο, μπορεί να χρειαστεί ενισχυμένη αναλγητική αγωγή λόγω του σχετιζόμενου πόνου ή χορήγηση συμπληρωμάτων παγκρεατικών ενζύμων σε περίπτωση παγκρεατικής ανεπάρκειας.

Μπορούν να αντιμετωπιστούν ενδοσκοπικά οι επιπλοκές της παγκρεατίτιδας;

Σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των παραπάνω επιπλοκών διαδραματίζουν επεμβατικές ενδοσκοπικές μέθοδοι όπως η ERCP, η τοποθέτηση ενδοπρόσθεσης ανώτερου πεπτικού και ο ενδοσκοπικός υπέρηχος.

Η ERCP διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση των αποφρακτικών συμπτωμάτων από τα χοληφόρα (ίκτερος, κνησμός, υπέρχρωση ούρων, αποχρωματισμός κοπράνων) που μπορεί να προκληθούν από παγκρεατίτιδα. Με την ERCP επιχειρείται διαστολή και παράκαμψη του σημείου της απόφραξης με τοποθέτηση πλαστικών ή μεταλλικών ενδοπροσθέσεων (στεντ).

Λόγω της στενής γειτνίασης του παγκρέατος με το δωδεκαδάκτυλο, μπορεί η χρόνια φλεγμονή του παγκρέατος να επεκταθεί και προς το δωδεκαδάκτυλο παρεμποδίζοντας τη μεταφορά τροφής από το στομάχι προς το λεπτό έντερο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η τοποθέτηση ενδοπρόσθεσης ανώτερου πεπτικού αποτελεί μια καλή εναλλακτική της χειρουργικής επέμβασης. Η ενδοπρόσθεση διατηρεί το στενωμένο τμήμα του δωδεκαδακτύλου ανοιχτό ώστε να διευκολύνεται η διέλευση της τροφής και να υποχωρήσουν τα αποφρακτικά συμπτώματα (έμετοι, δυσφαγία) που μπορεί να συναντήσουμε σε χρόνια παγκρεατίτιδα.

Τέλος, σημαντικό ρόλο στην αντιμετώπιση επιπλοκών της παγκρεατίτιδας διαδραματίζει και ο ενδοσκοπικός υπέρηχος, καθώς παρέχει τη δυνατότητα να παροχετευτούν οι κυστικές συλλογές σε περίπτωση ανάπτυξης ψευδοκύστης/νεκρωτικής συλλογής, ενώ παράλληλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για αντιμετώπιση του χρόνιου παγκρεατικού πόνου μέσω έγχυσης τοπικής αναισθησίας στα νευρικά γάγγλια του κοιλιακού πλέγματος.

 

Επειδή η παγκρεατίτιδα είναι δυνητικά σοβαρή κατάσταση, πολύ σημαντική είναι η πρόληψη, η οποία επικεντρώνεται στο να εξαλειφθεί το αίτιο. Στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτό σημαίνει διακοπή του αλκοόλ σε περίπτωση κατάχρησης αιθυλικής αλκοόλης και χολοκυστεκτομή σε περίπτωση συμπτωματικής χολολιθίασης. Μια πολύ ιδιαίτερη κατάσταση είναι η παρουσία λίθων εντός του χοληδόχου πόρου. Στην περίπτωση αυτή είναι αυξημένος ο κίνδυνος κάποιος λίθος να ολισθήσει προς το έντερο και να ενσφηνωθεί στο φύμα του Vater στο δωδεκαδάκτυλο προκαλώντας δυνητικά παγκρεατίτιδα. Για το λόγο αυτό, σε όλους τους ασθενείς με χοληδοχολιθίαση συνιστάται η διενέργεια ERCP, εκτός εάν υπάρχουν συγκεκριμένοι λόγοι που το αποκλείουν.

ΓΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΙ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

  • 6975 560 405
  • info@drvarbobitis.gr
  • Ελευθερίου Βενιζέλου 30, Νέα Σμύρνη

OFFICE HOURS

Δευτέρα 17:00 – 21:00
Τετάρτη 17:00 – 21:00
Παρασκευή 17:00 – 21:00

ΘΕΡΑΠΕΙΕΣ

  • Παθήσεις Χοληφόρων
  • Παθήσεις Ήπατος
  • Παθήσεις Παγκρέατος
  • Παθήσεις Ανώτερου και Κατώτερου Πεπτικού
  • Περιπρωκτικές Παθήσεις
  • Αντιμετώπιση Παχυσαρκίας
  • Αδυναμία Σίτισης από το Στόμα

Κλείστε το ραντεβού σας σήμερα